Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Slaughterer
01
σφαγέας, κρεοπώλης
a person who slaughters or dresses meat for market
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
slaughterers
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
σφαγέας, κρεοπώλης