slaughterer
Pronunciation
/slˈɔːɾɚɹɚ/

Ορισμός και σημασία του "slaughterer"στα αγγλικά

01

σφαγέας, κρεοπώλης

a person who slaughters or dresses meat for market
slaughterer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
slaughterers
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store