Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Slapstick
01
κωμωδία σλαπστικ, σωματική κωμωδία
a comedy with deliberate clumsiness and humorously embarrassing events
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
slapsticks
02
χτύπημα, κωμική ράβδος
acoustic device consisting of two paddles hinged together; used by an actor to make a loud noise without inflicting injury when striking someone
slapstick
01
φατσιαστικός, κωμικός
characterized by horseplay and physical action
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most slapstick
συγκριτικός βαθμός
more slapstick
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
slapstick
slap
stick



























