slapper
sla
ˈslæ
slā
pper
snapperslippersapperslopper

Ορισμός και σημασία του "slapper"στα αγγλικά

01

χαστουκιστής, σφαλιάρας

a hitter who slaps (usually another person) with an open hand 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
slappers
02

μία πόρνη, μία τσούλα

a woman considered coarse, promiscuous, or sexually indiscriminate 
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
Παραδείγματα
He called her a slapper for flirting with everyone at the party. 

Την αποκάλεσε πουτάνα γιατί φλερτάρε με όλους στο πάρτι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

slapper
slap
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store