Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Slapper
01
χαστουκιστής, σφαλιάρας
a hitter who slaps (usually another person) with an open hand
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
slappers
02
μία πόρνη, μία τσούλα
a woman considered coarse, promiscuous, or sexually indiscriminate
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
Παραδείγματα
He called her a slapper for flirting with everyone at the party.
Την αποκάλεσε πουτάνα γιατί φλερτάρε με όλους στο πάρτι.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
slapper
slap



























