Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
slanted
01
κλιτύς, λοξός
describing a position or direction that is inclined or angled
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most slanted
συγκριτικός βαθμός
more slanted
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The tree grew at a slanted angle due to the prevailing winds on the hillside.
Το δέντρο μεγάλωσε σε μια κλινή γωνία λόγω των επικρατούντων ανέμων στην πλαγιά.
02
μεροληπτικός, προκατειλημμένος
favoring one person or side over another



























