slanderous
slan
ˈslɑ:n
slaan
de
rous
rəs
rēs

Ορισμός και σημασία του "slanderous"στα αγγλικά

slanderous
01

συκοφαντικός, δυσφημιστικός

containing false spoken statements that can harm someone's reputation 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most slanderous
συγκριτικός βαθμός
more slanderous
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
speech, reputation, law
Παραδείγματα
He told a slanderous story. 

Ανέφερε μια συκοφαντική ιστορία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

slanderously
slanderous
slander
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store