Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to skydive
01
κάνω αλεξιπτωτισμό, πηδάω με αλεξίπτωτο
to jump out of an airplane and experience free-fall before safely descending using a parachute
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
skydive
γ΄ ενικό πρόσωπο
skydives
ενεστώτα μετοχή
skydiving
απλός αόριστος
skydived
παθητική μετοχή
skydived
Παραδείγματα
Last weekend, the friends skydived for the first time.
Το περασμένο Σαββατοκύριακο, οι φίλοι έκαναν αλεξιπτωτισμό για πρώτη φορά.
Λεξικό Δέντρο
skydiver
skydiving
skydive
sky
dive



























