Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Skunk
01
μεφίτιδα, βρωμοκούναβο
a small mammal belonging to the weasel family with black and white stripes that can produce a strong unpleasant smell when attacked, native to North America
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
skunks
Παραδείγματα
The skunk ambled through the forest, its distinctive black and white stripes serving as a warning to potential predators.
Ο μεφίτιδας περπατούσε στο δάσος, οι διακριτές του μαύρες και άσπρες ρίγες λειτουργούσαν ως προειδοποίηση για πιθανούς θηρευτές.
02
σκανκ, βρωμερό χόρτο
marijuana, especially of strong odor or high potency
αργκό
Παραδείγματα
He rolled a joint with some strong skunk.
Έκλεισε ένα τσιγάρο με λίγο δυνατό σκανκ.
03
βρωμιάρης, σκουπίδι
a person considered smelly, disgusting, or contemptible
ανεπίσημο
προσβλητικό
Παραδείγματα
That skunk left garbage in the hallway.
Αυτό το σκουπίδι άφησε σκουπίδια στο διάδρομο.
04
μια συντριπτική ήττα, μια ήττα χωρίς πόντους
a lopsided defeat in which one side fails to score or earns no points
Παραδείγματα
The team suffered a skunk, losing 10–0.
Η ομάδα υπέστη skunk, χάνοντας 10–0.
to skunk
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
skunk
γ΄ ενικό πρόσωπο
skunks
ενεστώτα μετοχή
skunking
απλός αόριστος
skunked
παθητική μετοχή
skunked
Παραδείγματα
The team managed to skunk their opponents with a score of 6-0 in the championship match.
Η ομάδα κατάφερε να κατατροπώσει τους αντιπάλους της με σκορ 6-0 στον αγώνα πρωταθλήματος.
Λεξικό Δέντρο
skunky
skunk



























