Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to skulk
01
καταδύομαι, κρύβομαι
to move or hide in a stealthy or furtive manner
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
skulk
γ΄ ενικό πρόσωπο
skulks
ενεστώτα μετοχή
skulking
απλός αόριστος
skulked
παθητική μετοχή
skulked
Παραδείγματα
The predator skulked through the tall grass, stalking its prey.
Ο θηρευτής κρυφοπερπατούσε μέσα από το ψηλό γρασίδι, κυνηγώντας το θήραμά του.
02
καταδύομαι, παραμονεύω
to keep out of sight to avoid detection or confrontation
Intransitive: to skulk somewhere
Παραδείγματα
The cat, having knocked over a vase, began to skulk away.
Η γάτα, αφού αναποδογύρισε ένα βάζο, άρχισε να κρύβεται.
03
αποφεύγω, ξεφεύγω
to avoid responsibilities or tasks by using deceptive methods
Intransitive: to skulk | to skulk out of a task or responsibility
Παραδείγματα
The employee 's frequent attempts to skulk during busy periods raised concerns about their dedication to the job.
Οι συχνές προσπάθειες του υπαλλήλου να αποφύγει κατά τις περίοδους απασχόλησης έθεσαν ανησυχίες σχετικά με την αφοσίωσή του στη δουλειά.
Skulk
01
μια αγέλη αλεπούδων ή ασβών, μια ομάδα αλεπούδων ή ασβών
a group of foxes or badgers
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
skulks



























