Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to skulk
01
καταδύομαι, κρύβομαι
to move or hide in a stealthy or furtive manner
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
skulk
γ΄ ενικό πρόσωπο
skulks
ενεστώτα μετοχή
skulking
απλός αόριστος
skulked
παθητική μετοχή
skulked
Παραδείγματα
The spy skulked in the shadows, carefully observing the target without being detected.
Ο κατάσκοπος κρυβόταν στις σκιές, παρατηρώντας προσεκτικά τον στόχο χωρίς να εντοπιστεί.
02
καταδύομαι, παραμονεύω
to keep out of sight to avoid detection or confrontation
Intransitive: to skulk somewhere
Παραδείγματα
The bully would skulk in the school hallway, waiting for an opportunity to intimidate other students.
Ο νταής κρυβόταν στο σχολικό διάδρομο, περιμένοντας μια ευκαιρία να εκφοβίσει άλλους μαθητές.
03
αποφεύγω, ξεφεύγω
to avoid responsibilities or tasks by using deceptive methods
Intransitive: to skulk | to skulk out of a task or responsibility
Παραδείγματα
The teenager tried to skulk out of household chores by pretending to have a severe headache.
Ο έφηβος προσπάθησε να ξεφύγει από τις οικιακές εργασίες προσποιούμενος ότι έχει σοβαρό πονοκέφαλο.
Skulk
01
μια αγέλη αλεπούδων ή ασβών, μια ομάδα αλεπούδων ή ασβών
a group of foxes or badgers
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
skulks



























