Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Skipping rope
01
σχοινάκι, σκοινί για άλμα
a length of rope (usually with handles on each end) that is swung around while someone jumps over it
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
skipping ropes



























