Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Skimmer
01
καλάμι καπέλο, επίπεδο στέμμα καπέλο
a stiff hat made of straw with a flat crown
02
αφρολέβητας, κουτάλι για αφαίρεση αφρού
a cooking utensil used to skim fat from the surface of liquids
03
ψαλιδόραμφος, σκίμερ
a bird with a unique feeding technique, characterized by its long, narrow wings and lower bill that is longer than the upper bill
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
skimmers
04
επιφανειακός αναγνώστης, ξεφυλλιστής
a rapid superficial reader
Λεξικό Δέντρο
skimmer
skim



























