skim milk
skim
skɪm
skim
milk
mɪlk
milk

Ορισμός και σημασία του "skim milk"στα αγγλικά

01

αποβουτυρωμένο γάλα, γάλα χωρίς λιπαρά

milk from which almost all the fat content has been removed 
Dialectamerican flagAmerican
skim milk definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
skim milks
Παραδείγματα
She prefers to use skim milk in her morning coffee to reduce calorie intake. 

Προτιμά να χρησιμοποιεί αποβουτυρωμένο γάλα στον πρωινό της καφέ για να μειώσει την πρόσληψη θερμίδων.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store