skibob
ski
ˈski:
ski
bob
bɒb
bob

Ορισμός και σημασία του "skibob"στα αγγλικά

01

σκιμπομπ, ποδήλατο σκι

a vehicle resembling a bicycle but having skis instead of wheels; the rider wears short skis for balancing 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
skibobs

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store