Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Skate
01
σαλάχι, κοινό σαλάχι
a large marine fish related to the ray family with a diamond shape and a tail
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
skates
to skate
01
πατινάζ
to move on ice or other smooth surfaces using ice skates, roller skates, or a skateboard
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
skate
γ΄ ενικό πρόσωπο
skates
ενεστώτα μετοχή
skating
απλός αόριστος
skated
παθητική μετοχή
skated
Παραδείγματα
In winter, people often skate on frozen lakes or outdoor ice rinks.
Το χειμώνα, οι άνθρωποι συχνά κάνουν πατινάζ σε παγωμένες λίμνες ή σε παγοδρόμια υπαίθρου.
02
ξεφεύγω, γλιτώνω
to get away with something, or be acquitted of a crime despite being guilty
αργκό
Παραδείγματα
He managed to skate even though everyone knew he did it.
Κατάφερε να τη γλιτώσει παρόλο που όλοι ήξεραν ότι το έκανε.



























