Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Skate
01
σαλάχι, κοινό σαλάχι
a large marine fish related to the ray family with a diamond shape and a tail
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
skates
02
πατίνι, πατίνι με ρόδες
a type of shoe with two pairs of small wheels attached to the bottom, for moving on a hard, flat surface
Παραδείγματα
After renting a pair of skates, the children glided around the roller rink with joy.
Αφού νοίκιασαν ένα ζευγάρι πατίνια, τα παιδιά γλίστρησαν με χαρά γύρω από την πίστα πατινάζ.
to skate
01
πατινάζ
to move on ice or other smooth surfaces using ice skates, roller skates, or a skateboard
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
skate
γ΄ ενικό πρόσωπο
skates
ενεστώτα μετοχή
skating
απλός αόριστος
skated
παθητική μετοχή
skated
Παραδείγματα
Last weekend, families skated at the local ice rink.
Το περασμένο σαββατοκύριακο, οι οικογένειες πέταξαν στην τοπική πίστα πατινάζ.
02
ξεφεύγω, γλιτώνω
to get away with something, or be acquitted of a crime despite being guilty
slang
Παραδείγματα
The suspect is skating despite clear suspicion.
Ο ύποπτος σκέιτ παρά τη σαφή υποψία.



























