Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Skank
01
το σκανκ, ο χορός σκανκ
a rhythmic dance to reggae music performed by bending forward and extending the hands while bending the knees
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
skanks
02
βρωμιά, αηδιαστικό πράγμα
any substance considered disgustingly foul or unpleasant
03
πόρνη, τσούλα
a woman regarded as promiscuous, immoral, or socially disreputable
Dialect
American
offensive
slang
vulgar
Παραδείγματα
The skank laughed while spreading gossip.
Η πόρνη γελούσε ενώ διαδίδουμε κουτσομπολιά.
to skank
01
χορεύω το σκανκ, κάνω το σκανκ
dance the skank
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
skank
γ΄ ενικό πρόσωπο
skanks
ενεστώτα μετοχή
skanking
απλός αόριστος
skanked
παθητική μετοχή
skanked
Λεξικό Δέντρο
skanky
skank



























