Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to sit out
[phrase form: sit]
01
κάθομαι απ' έξω, δεν συμμετέχω
to refrain from taking part in an activity, typically by remaining seated
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
sit
ενεστώτας
sit out
γ΄ ενικό πρόσωπο
sits out
ενεστώτα μετοχή
sitting out
απλός αόριστος
sat out
παθητική μετοχή
sat out
Παραδείγματα
He chose to sit the annual family game night out, opting for a quiet evening with a book instead.
Επέλεξε να μην συμμετάσχει στην ετήσια νύχτα παιχνιδιών της οικογένειας, επιλέγοντας μια ήσυχη βραδιά με ένα βιβλίο.
02
αντέχω μέχρι το τέλος, παραμένω
to remain in a situation or activity until it is completed, despite challenges or difficulties
Παραδείγματα
She sat the challenging class out and managed to grasp the difficult concepts by the end.
Αντέμεινε στην πρόκληση της τάξης και κατάφερε να κατανοήσει τις δύσκολες έννοιες στο τέλος.



























