Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to sit out
01
κάθομαι απ' έξω, δεν συμμετέχω
to refrain from taking part in an activity, typically by remaining seated
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
sit
ενεστώτας
sit out
γ΄ ενικό πρόσωπο
sits out
ενεστώτα μετοχή
sitting out
απλός αόριστος
sat out
παθητική μετοχή
sat out
Παραδείγματα
At the party, she decided to sit out the dance and enjoy the music from her seat.
Στο πάρτι, αποφάσισε να μην συμμετάσχει στον χορό και να απολαύσει τη μουσική από τη θέση της.
02
αντέχω μέχρι το τέλος, παραμένω
to remain in a situation or activity until it is completed, despite challenges or difficulties
Παραδείγματα
Despite the storm, the dedicated fans decided to sit out the outdoor concert until the last song was played.
Παρά την καταιγίδα, οι αφοσιωμένοι θαυμαστές αποφάσισαν να παραμείνουν μέχρι το τέλος στο υπαίθριο συναυλία μέχρι να παιχτεί το τελευταίο τραγούδι.



























