Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to sit down
01
καθίστε, παίρνω θέση
to move from a standing position to a sitting position
Transitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
down
βασικό ρήμα
sit
ενεστώτας
sit down
γ΄ ενικό πρόσωπο
sits down
ενεστώτα μετοχή
sitting down
απλός αόριστος
sat down
παθητική μετοχή
sat down
Παραδείγματα
Please sit down and make yourself comfortable while I prepare some tea.
Παρακαλώ καθίστε και βολευτείτε όσο ετοιμάζω λίγο τσάι.
02
καθόμαστε να συζητήσουμε, αντιμετωπίζω
to address a problem or task attentively, usually with the intention of resolving it
Transitive
Παραδείγματα
My parents and I need to sit down and discuss my future career plans.
Εγώ και οι γονείς μου πρέπει να καθίσουμε και να συζητήσουμε τα μελλοντικά επαγγελματικά μου σχέδια.
03
καθίζω, τοποθετώ
to guide someone to a specific seat or location
Παραδείγματα
The usher will sit you down in the front row for a better view of the stage.
Ο υπάλληλος θα σας καθίσει στην πρώτη σειρά για μια καλύτερη θέα της σκηνής.



























