Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
single-minded
01
αποφασισμένος, προσηλωμένος
focusing on one particular goal or purpose, and determined to achieve it
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most single-minded
συγκριτικός βαθμός
more single-minded
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The team worked with a single-minded focus on completing the project.
Η ομάδα εργάστηκε με μοναδική εστίαση στην ολοκλήρωση του έργου.



























