to sing along
Pronunciation
/sˈɪŋ ɐlˈɑːŋ/

Ορισμός και σημασία του "sing along"στα αγγλικά

to sing along
[phrase form: sing]
01

τραγουδώ μαζί, συμμετέχω τραγουδώντας

to participate in a musical performance by singing in harmony with others
to sing along definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
along
βασικό ρήμα
sing
ενεστώτας
sing along
γ΄ ενικό πρόσωπο
sings along
ενεστώτα μετοχή
singing along
απλός αόριστος
sang along
παθητική μετοχή
sung along
Παραδείγματα
The students joyfully sang along with the school choir in the assembly.
Οι μαθητές τραγούδησαν με χαρά μαζί με τη σχολική χορωδία στη συγκέντρωση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store