Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to sing along
01
τραγουδώ μαζί, συμμετέχω τραγουδώντας
to participate in a musical performance by singing in harmony with others
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
along
βασικό ρήμα
sing
ενεστώτας
sing along
γ΄ ενικό πρόσωπο
sings along
ενεστώτα μετοχή
singing along
απλός αόριστος
sang along
παθητική μετοχή
sung along
Παραδείγματα
The singer sang the popular song along during the live concert.
Ο τραγουδιστής τραγούδησε μαζί το δημοφιλές τραγούδι κατά τη ζωντανή συναυλία.



























