to sing along
sing
ˈsɪng
sing
a
ə
ē
long
lɒng
long
singalong

Ορισμός και σημασία του "sing along"στα αγγλικά

to sing along
01

τραγουδώ μαζί, συμμετέχω τραγουδώντας

to participate in a musical performance by singing in harmony with others 
to sing along definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
along
βασικό ρήμα
sing
ενεστώτας
sing along
γ΄ ενικό πρόσωπο
sings along
ενεστώτα μετοχή
singing along
απλός αόριστος
sang along
παθητική μετοχή
sung along
Παραδείγματα
The singer sang the popular song along during the live concert. 

Ο τραγουδιστής τραγούδησε μαζί το δημοφιλές τραγούδι κατά τη ζωντανή συναυλία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store