simulcast
si
ˈsɪ
σι
mul
məl
μαλ
cast
kɑ:st
καστ

Ορισμός και σημασία του "simulcast"στα αγγλικά

01

simulcast, ταυτόχρονη μετάδοση

a broadcast that is carried simultaneously by radio and television (or by FM and AM radio) 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
simulcasts
to simulcast
01

μεταδίδω ταυτόχρονα, συγχρονισμένη μετάδοση

to simultaneously broadcast a program on television and radio, or on two or more networks 
Transitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
simulcast
γ΄ ενικό πρόσωπο
simulcasts
ενεστώτα μετοχή
simulcasting
απλός αόριστος
simulcast
παθητική μετοχή
simulcast

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store