Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Simulcast
01
simulcast, ταυτόχρονη μετάδοση
a broadcast that is carried simultaneously by radio and television (or by FM and AM radio)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
simulcasts
to simulcast
01
μεταδίδω ταυτόχρονα, συγχρονισμένη μετάδοση
to simultaneously broadcast a program on television and radio, or on two or more networks
Transitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
simulcast
γ΄ ενικό πρόσωπο
simulcasts
ενεστώτα μετοχή
simulcasting
απλός αόριστος
simulcast
παθητική μετοχή
simulcast



























