Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to simplify
01
απλοποιώ
to make something easier or less complex to understand, do, etc.
Transitive: to simplify sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
simplify
γ΄ ενικό πρόσωπο
simplifies
ενεστώτα μετοχή
simplifying
απλός αόριστος
simplified
παθητική μετοχή
simplified
Παραδείγματα
The speaker simplified the technical jargon during the presentation to make it accessible to a broader audience.
Ο ομιλητής απλοποίησε την τεχνική ορολογία κατά την παρουσίαση για να την καταστήσει προσιτή σε ένα ευρύτερο κοινό.
Λεξικό Δέντρο
oversimplify
simplified
simplify
simple



























