simile
si
ˈsɪ
si
mi
mi
le
li
li
simplesmile

Ορισμός και σημασία του "simile"στα αγγλικά

01

παρομοίωση, σύγκριση

a word or phrase that compares two things or people, highlighting the similarities, often introduced by 'like' or 'as' 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
similes
Παραδείγματα
The poet used a simile to compare the clouds to cotton candy, painting a vivid picture of their fluffy, ethereal appearance. 

Ο ποιητής χρησιμοποίησε μια παρομοίωση για να συγκρίνει τα σύννεφα με τη γλυκιά μαλλί, ζωγραφίζοντας μια ζωντανή εικόνα της αφράτης, αιθέριας εμφάνισής τους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store