Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Silverpoint
01
ασημένια κονκάρδα, σχέδιο με ασημένια κονκάρδα
a type of drawing technique in which a silver or gold wire is used to draw on a prepared surface
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
silverpoints
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
silverpoint
silver
point



























