Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
silver-tongued
01
εύγλωττος, πειστικός
skilled at persuading others to believe something or do what one wants
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most silver-tongued
συγκριτικός βαθμός
more silver-tongued
διαβαθμίσιμο



























