silicate
Pronunciation
/ˈsɪɫəˌkeɪt/, /ˈsɪɫəkət/

Ορισμός και σημασία του "silicate"στα αγγλικά

01

πυριτικό άλας, ενώση πυριτίου

a compound containing silicon and oxygen atoms, often forming minerals or glasses, with diverse applications in industry and nature
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
silicates
Παραδείγματα
Silicate ceramics are used in various high-temperature applications due to their heat-resistant properties.
Τα πυριτικά κεραμικά χρησιμοποιούνται σε διάφορες εφαρμογές υψηλών θερμοκρασιών λόγω των θερμοανθεκτικών τους ιδιοτήτων.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store