Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sickness
01
ασθένεια, δυσφορία
the state of being unwell
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
sicknesses
Παραδείγματα
He's been in bed for days with a bad sickness.
Έχει μείνει στο κρεβάτι για μέρες με μια σοβαρή ασθένεια.
02
ναυτία, αίσθημα εμετού
the state that precedes vomiting
03
ελαττωματικότητα, ελάττωμα
defectiveness or unsoundness
04
ναυτία, αηδία
a strong feeling of sadness, disappointment, or horror
Παραδείγματα
She felt a sickness in her stomach when she heard the news.
Ένιωσε μια ασθένεια στο στομάχι της όταν άκουσε τα νέα.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
sickness
sick



























