shutter
shu
ˈʃʌ
sha
tter
shattersputterstuttershitter

Ορισμός και σημασία του "shutter"στα αγγλικά

01

παντζούρι, στόρι

a movable blind used to cover a window, typically made of wood, metal, or plastic, and often used for privacy, light control, or decoration 
shutter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
shutters
Παραδείγματα
She closed the shutters to block out the sunlight. 

Έκλεισε τα παντζούρια για να μπλοκάρει το φως του ήλιου.

02

κλείστρο, παντζούρι

a mechanical device in a camera or projector that regulates the exposure time of each frame of film or video 
to shutter
01

κλείνω με παντζούρια, κλείνω τα παντζούρια

close with shutters 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
shutter
γ΄ ενικό πρόσωπο
shutters
ενεστώτα μετοχή
shuttering
απλός αόριστος
shuttered
παθητική μετοχή
shuttered
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store