Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
shucks
01
αμάν, ωχ
used to express modest embarrassment, mild disappointment, or frustration
Dialect
American
παρωχημένο
ευφημιστικό
ανεπίσημο
Παραδείγματα
Shucks, I missed the chance to buy tickets to the concert.
Ανάθεμα, έχασα την ευκαιρία να αγοράσω εισιτήρια για τη συναυλία.
Shucks
01
ασήμαντο πράγμα, αχρείαστο
something of little value
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
02
ανάθεμα, διάολε
an expression of disappointment or irritation



























