Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Shuck
01
φλοιός, άχυρο
material consisting of seed coverings and small pieces of stem or leaves that have been separated from the seeds
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
to shuck
01
ξεφλουδίζω, αφαιρώ το κέλυφος
to remove the outer covering or shell from corn, oysters, or other similar foods
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
shuck
γ΄ ενικό πρόσωπο
shucks
ενεστώτα μετοχή
shucking
απλός αόριστος
shucked
παθητική μετοχή
shucked
02
ξεφλουδίζω, αφαιρώ από το κέλυφος
remove from the shell



























