Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bedwetter
01
κατουρητής στο κρεβάτι, δειλός
a person regarded as immature, weak, or overly fearful
Offensive
Παραδείγματα
The bully shouted bedwetter at the kid who would n't fight.
Ο νταής φώναξε κατουρητής στο παιδί που δεν ήθελε να παλέψει.
02
ενούρησης, αυτός που ουρεί στον ύπνο
someone suffering from enuresis; someone who urinates while asleep in bed
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bedwetters



























