Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bedsore
01
έλκος πιέσεως, πυρηνικό έλκος
injuries to areas of skin and underlying tissue, usually over a bony prominence, as a result of prolonged pressure on the skin
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bedsores



























