Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bedside
01
πλάι στο κρεβάτι, τραπεζάκι κρεβατιού
the area next to a bed, typically the surface of a table, shelf or nightstand, where one can place items for convenience such as lamps, books, phones, water, or medicine
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bedsides
Παραδείγματα
He kept his phone and a bottle of water on the bedside for easy access.
Κράτησε το τηλέφωνό του και ένα μπουκάλι νερό στο παρεκκλήσι για εύκολη πρόσβαση.



























