bedridden
bed
ˈbɛd
bed
ri
ri
dden
dən
dēn

Ορισμός και σημασία του "bedridden"στα αγγλικά

01

κλινοκείμενος, παραλυτικός στο κρεβάτι

having to stay in bed, usually for a long time, due to illness or injury 
bedridden definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Sarah's grandmother became bedridden after breaking her hip, requiring assistance with all daily activities. 

Η γιαγιά της Σάρα έγινε κλινοκάπη αφού έσπασε τον γοφό της, χρειάζοντας βοήθεια σε όλες τις καθημερινές δραστηριότητες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store