Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bedraggle
01
βρέχω και λερώνω, ακατασταίνω και λερώνω
to make wet, disheveled, and dirty due to rain or mud
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bedraggle
γ΄ ενικό πρόσωπο
bedraggles
ενεστώτα μετοχή
bedraggling
απλός αόριστος
bedraggled
παθητική μετοχή
bedraggled



























