bedraggle
bed
ˈbɪd
μπιντ
ra
ραι
ggle
gəl
γκαλ
/bɪdɹˈaɡəl/

Ορισμός και σημασία του "bedraggle"στα αγγλικά

to bedraggle
01

βρέχω και λερώνω, ακατασταίνω και λερώνω

to make wet, disheveled, and dirty due to rain or mud
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bedraggle
γ΄ ενικό πρόσωπο
bedraggles
ενεστώτα μετοχή
bedraggling
απλός αόριστος
bedraggled
παθητική μετοχή
bedraggled
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store