Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bedpan
01
ουράνιδο, κουνουπιέρα
a shallow vessel used as a toilet by people who are too ill to get out of bed
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bedpans



























