Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Shovel
01
φτυάρι, τσάπα
a tool that has a long handle with a broad curved metal end, used for moving snow, soil, etc.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
shovels
Παραδείγματα
The shovel's sharp edge made it easier to cut through tough ground.
Η κοφτερή άκρη του φτυαριού έκανε ευκολότερο το κόψιμο του σκληρού εδάφους.
02
εκσκαφέας, μηχανικό φτυάρι
a machine designed for digging and lifting material
Παραδείγματα
Shovels increased efficiency in removing rubble.
Φτυάρια αυξάνουν την αποτελεσματικότητα στην απομάκρυνση των ερειπίων.
03
μικρή φτυάρι για στάχτη, φτυάρι τζακιού
a small fireplace tool used for scooping ashes or coals
Παραδείγματα
The antique shovel had an ornate handle.
Το αρχαίο φτυάρι είχε ένα διακοσμημένο χερούλι.
04
μια φτυάρι γεμάτη, ένα φτυάρι
the amount of material that can be carried by a single shovel
Παραδείγματα
The recipe called for three shovels of compost.
Η συνταγή απαιτούσε τρεις φτυάρια κομποστ.
to shovel
01
φτυάρω, σκάβω με φτυάρι
to use a rounded blade attached to a long handle to dig or move earth
Transitive: to shovel material somewhere
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
shovel
γ΄ ενικό πρόσωπο
shovels
ενεστώτα μετοχή
shoveling
απλός αόριστος
shoveled
παθητική μετοχή
shoveled
Παραδείγματα
They shoveled soil into flower beds.
Ξεκουβάλιασαν χώμα στα παρτέρια.



























