Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Shot putter
01
σφαιροβόλος, αθλητής της σφαιροβολίας
an athlete who competes in the shot put
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
shot putters
LanGeek



























