shoplifter
Pronunciation
/ˈʃɑˌpɫɪftɝ/

Ορισμός και σημασία του "shoplifter"στα αγγλικά

01

κλέφτης καταστημάτων, κλέφτης

a person who secretly takes goods from a store without paying
shoplifter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
shoplifters
Παραδείγματα
Authorities charged the shoplifter with petty theft.
Οι αρχές κατήγγειλαν τον κλέφτη καταστημάτων για μικροκλοπή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store