to shop at
Pronunciation
/ʃˈɑːp æt/

Ορισμός και σημασία του "shop at"στα αγγλικά

to shop at
01

ψωνίζω από, κάνω αγορές σε

do one's shopping at; do business with; be a customer or client of
to shop at definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
at
βασικό ρήμα
shop
ενεστώτας
shop at
γ΄ ενικό πρόσωπο
shops at
ενεστώτα μετοχή
shopping at
απλός αόριστος
shopped at
παθητική μετοχή
shopped at
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store