Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Shooting
Παραδείγματα
Several people were injured in the school shooting.
Αρκετοί άνθρωποι τραυματίστηκαν στη σφαγή στο σχολείο.
02
γυρίσματα, φωτογράφιση
the action or process of recording the scenes of a motion picture or taking a photograph
Παραδείγματα
The shooting of the new action movie took six months to complete.
Τα γυρίσματα της νέας ταινίας δράσης διήρκεσαν έξι μήνες για να ολοκληρωθούν.
03
βολή, πυροβολισμός
the act of discharging a projectile from a weapon, such as a gun or bow
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The soldier practiced shooting at the range.
Ο στρατιώτης εξασκήθηκε στο σκοποβολή στο σκοπευτήριο.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
shooting
shoot



























