Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to shoot up
01
αναπηδώ, αυξάνομαι ραγδαία
(of an amount or price) to increase rapidly
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
shoot
ενεστώτας
shoot up
γ΄ ενικό πρόσωπο
shoots up
ενεστώτα μετοχή
shooting up
απλός αόριστος
shot up
παθητική μετοχή
shot up
Παραδείγματα
After the release of their new product, the company's stock prices shot up.
Μετά την κυκλοφορία του νέου προϊόντος τους, οι τιμές των μετοχών της εταιρείας επιταχύνθηκαν.
02
μεγαλώνω γρήγορα, αναπηδώ σε ύψος
to grow quickly in height, especially during puberty
Παραδείγματα
He started to shoot up over the summer and came back to school much taller.
Άρχισε να μεγαλώνει γρήγορα κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού και επέστρεψε στο σχολείο πολύ ψηλότερος.
03
κάνω ένεση ναρκωτικών, χτυπώ
to inject a drug, especially an illegal substance, into one's body
Παραδείγματα
He was caught in the alley after he went to shoot up.
Τον έπιασαν στο σοκάκι αφού πήγε να κάνει ένεση.
04
πυροβολώ, βομβαρδίζω
to shoot at something with the intent to damage or destroy it
Παραδείγματα
The gang members shot up the convenience store during their robbery.
Τα μέλη της συμμορίας πυροβόλησαν το παντοπωλείο κατά τη διάρκεια της ληστείας τους.



























