shoemaker
shoe
ˈʃu:
σου
ma
meɪ
μει
ker
κα

Ορισμός και σημασία του "shoemaker"στα αγγλικά

01

τσαγκάρης, παπουτσής

a person who designs, makes, or repairs shoes 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
shoemakers
Παραδείγματα
Traditional shoemakers still use handmade techniques. 

Οι παραδοσιακοί παπουτσήδες χρησιμοποιούν ακόμα τεχνικές χειροτεχνίας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store