Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Shoemaker
01
τσαγκάρης, παπουτσής
a person who designs, makes, or repairs shoes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
shoemakers
Παραδείγματα
She took her broken heels to a shoemaker.
Πήγε τα σπασμένα της τακούνια σε ένα τσαγκάρη.



























