Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Shoe-shop
01
κατάστημα παπουτσιών, παπουτσάδικο
a shop where shoes are sold
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
shoe-shops
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
κατάστημα παπουτσιών, παπουτσάδικο