Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Shetland
01
Σέτλαντ, μικρό σκυλί βοσκής που μοιάζει με κολί και αναπτύχθηκε στα Νησιά Σέτλαντ
a small sheepdog resembling a collie that was developed in the Shetland Islands
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
shetlands
02
Σέτλαντ, τα νησιά Σέτλαντ
an archipelago of about 100 islands in the North Atlantic off the north coast of Scotland



























