sheriff
Pronunciation
/ˈʃɛɹəf/, /ˈʃɛɹɪf/

Ορισμός και σημασία του "sheriff"στα αγγλικά

01

σερίφης, εκλεγμένος αστυνομικός

an elected officer of law in a county
sheriff definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sheriffs
Παραδείγματα
He served as sheriff for over two decades, earning the respect of the local community.
Υπηρέτησε ως σερίφης για πάνω από δύο δεκαετίες, κερδίζοντας τον σεβασμό της τοπικής κοινότητας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store