sheriff
she
ʃi:
shi
riff
rɪf
rif
tariffseraph

Ορισμός και σημασία του "sheriff"στα αγγλικά

01

σερίφης, εκλεγμένος αστυνομικός

an elected officer of law in a county 
sheriff definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sheriffs
Παραδείγματα
The sheriff's deputies patrolled the rural county to ensure community safety. 

Οι αναπληρωτές του σερίφη περιπολούσαν την αγροτική κομητεία για να διασφαλίσουν την ασφάλεια της κοινότητας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store