Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to beaver away
01
δουλεύω σαν κάστορας, δουλεύω ακούραστα
to work tirelessly and energetically on a particular task or project
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
away
βασικό ρήμα
beaver
ενεστώτας
beaver away
γ΄ ενικό πρόσωπο
beavers away
ενεστώτα μετοχή
beavering away
απλός αόριστος
beavered away
παθητική μετοχή
beavered away
Παραδείγματα
The students were determined to beaver away on their group project until it was perfect.
Οι μαθητές ήταν αποφασισμένοι να δουλέψουν σαν κάστορες στο ομαδικό τους έργο μέχρι να είναι τέλειο.



























