Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to beaver away
[phrase form: beaver]
01
δουλεύω σαν κάστορας, δουλεύω ακούραστα
to work tirelessly and energetically on a particular task or project
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
away
βασικό ρήμα
beaver
ενεστώτας
beaver away
γ΄ ενικό πρόσωπο
beavers away
ενεστώτα μετοχή
beavering away
απλός αόριστος
beavered away
παθητική μετοχή
beavered away
Παραδείγματα
The writer spent months beavering away on the novel, crafting each sentence with precision.
Ο συγγραφέας πέρασε μήνες δουλεύοντας ακούραστα στο μυθιστόρημα, δημιουργώντας κάθε πρόταση με ακρίβεια.



























