Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to beaver away
[phrase form: beaver]
01
δουλεύω σαν κάστορας, δουλεύω ακούραστα
to work tirelessly and energetically on a particular task or project
Παραδείγματα
The writer spent months beavering away on the novel, crafting each sentence with precision.
Ο συγγραφέας πέρασε μήνες δουλεύοντας ακούραστα στο μυθιστόρημα, δημιουργώντας κάθε πρόταση με ακρίβεια.



























