Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sheep
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sheep
Παραδείγματα
A curious sheep approached me and sniffed my hand.
Ένα περίεργο πρόβατο με πλησίασε και μύρισε το χέρι μου.
02
πρόβατο, αρνί
a timid defenseless simpleton who is readily preyed upon
03
πρόβατο, ακόλουθος
a docile and vulnerable person who would rather follow than make an independent decision
Λεξικό Δέντρο
sheepish
sheeplike
sheep



























